
Γράφει ο Γιάννης Η. Κάκανος – Υπαστυνόμος Β’ ε.α. – τέως ανεξάρτητος πολιτευτής με το ΠΑΣΟΚ στα Χανιά το 2009
Το γεγονός της ίδρυσης ενός πολιτικού κινήματος το οποίο κατόρθωσε μέσα σε επτά χρόνια να κυβερνήσει τη χώρα, αποτελεί σταθμό για την ελληνική πολιτική σκηνή. Ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ και μετέπειτα Πρωθυπουργός ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Το σκεπτικό αυτής της ανάρτησης δεν είναι να κάνουμε αναλυτική επεξήγηση της πολύχρονης πολιτικής και κυβερνητικής πορείας του ΠΑΣΟΚ. Είναι όμως ανάγκη και υποχρέωση κάθε πολίτη, πρώην μέλους ή φίλου του Κινήματος, να σταθεί σε δύο επιλογές προσώπων που υπήρξαν καθοριστικές και αποδείχθηκαν, κατά την άποψή μου, λανθασμένες.
Αναφέρομαι στους αείμνηστους πλέον, Άκη Τσοχατζόπουλο και Κώστα Σημίτη, δύο πρόσωπα που θήτευσαν σε κορυφαία Υπουργεία.
Σαφώς και υπήρξαν και άλλες αμφιλεγόμενες επιλογές του αείμνηστου Ανδρέα Παπανδρέου, όμως στέκομαι σε αυτά τα δύο πρόσωπα που “κονταροχτυπήθηκαν” μεταξύ τους για την Προεδρία του Κινήματος μετά την ασθένεια του ιδρυτή του, με τον Κώστα Σημίτη να επικρατεί, εξέλιξη που φέρεται να δυσαρέστησε τον νοσηλευόμενο τότε Ανδρέα Παπανδρέου.
Η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, παρά την προσπάθεια να παρουσιαστεί ως εκσυγχρονιστική, δεν κατάφερε να πείσει μεγάλο μέρος της κοινωνικής βάσης του ΠΑΣΟΚ ότι εξέφραζε τις αρχικές του αξίες.
Ακολούθησε το 2009 η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου με άνετη αυτοδυναμία, η οποία αποκτήθηκε χάρη στους παλιούς φίλους και τα μέλη του Κινήματος, αλλά και σε πολλούς δυσαρεστημένους πολίτες από άλλα κόμματα, κυρίως από τη Νέα Δημοκρατία.
Ο Γιώργος Παπανδρέου δεν τήρησε στο ακέραιο την κεντρική του υπόσχεση για οικονομική ευμάρεια και για τσάκισμα της διαφθοράς εκ των έσω. Στην πράξη, ο μόνος που οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη με βαρύτατες καταδίκες ήταν ο Άκης Τσοχατζόπουλος.
Υπήρχαν όμως και άλλοι, τους οποίους είτε δεν αντιλήφθηκε, είτε δίστασε να αγγίξει.
Έτσι, η μεγάλη ευκαιρία να μεταμορφωθεί η χώρα σε ένα πραγματικό κράτος δικαίου και αξιοκρατίας, χάθηκε. Η μετέπειτα πορεία του ΠΑΣΟΚ μέχρι και σήμερα, κατά την προσωπική μου άποψη, δεν τιμά όπως θα έπρεπε τη μνήμη και την παρακαταθήκη του ιδρυτή του.





Αφήστε μια απάντηση