
Γράφει ο Γιάννης Η. Κάκανος Υπαστυνόμος Β’ ε.α. Τέως ανεξάρτητος πολιτευτής στις εκλογές του 2009 με το ΠΑΣΟΚ
Χιλιάδες πολίτες αγνοούν την ουσιαστική διαφορά μεταξύ των κοινοβουλευτικών “ερωτήσεων” και “επερωτήσεων”. Η άγνοια αυτή επιτρέπει συχνά στους εκλεγμένους αντιπροσώπους να προβάλλουν μια εικόνα κοινοβουλευτικής δράσης, χωρίς πάντοτε να ακολουθείται η απαιτούμενη πίεση για την επίλυση των προβλημάτων.
Αξίζει, λοιπόν, να γνωρίζουν όλοι – και ιδιαίτερα οι νέοι άνθρωποι – τι ακριβώς σημαίνουν οι δύο αυτές κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
Οι ερωτήσεις αποτελούν μέσο κοινοβουλευτικού ελέγχου με το οποίο οι βουλευτές συνήθως των κομμάτων της αντιπολίτευσης ζητούν από τον ή τους αρμόδιους υπουργούς ενημέρωση ή απαντήσεις για συγκεκριμένα ζητήματα που απασχολούν τους πολίτες ή τοπικές κοινωνίες.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι διαδικασίες ολοκληρώνονται μετά από παρέλευση 20ημέρου με την παροχή απαντήσεων, οι οποίες συχνά είναι αόριστες, αρνητικές ή παραπέμπουν σε μελλοντικές ενέργειες.
Όταν οι απαντήσεις αυτές δεν κρίνονται ικανοποιητικές, οι βουλευτές έχουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν σε επερωτήσεις οι οποίες αποτελούν ουσιαστικά συνέχεια των ερωτήσεων τους και αποσκοπούν στην εισαγωγή των θεμάτων προς συζήτηση στην Ολομέλεια ή στο αρμόδιο τμήμα της Βουλής, ασκώντας μεγαλύτερη πολιτική πίεση προς την κυβέρνηση για συγκεκριμένες απαντήσεις και δεσμεύσεις.
Ωστόσο, παρατηρείται ότι ο αριθμός των επερωτήσεων είναι ιδιαίτερα μικρός σε σχέση με τον μεγάλο αριθμό ερωτήσεων που κατατίθενται. Έτσι δημιουργείται η εντύπωση ότι πολλές κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις εξαντλούνται με τις καταθέσεις ερωτήσεων, χωρίς να ακολουθούν την αναγκαία συνέχεια όταν τα προβλήματα παραμένουν άλυτα.
Αποτέλεσμα αυτών των διαχρονικών συνηθειών είναι να πιστεύουν οι πολίτες ότι τα ζητήματα που τους απασχολούν έχουν ήδη δρομολογηθεί προς επίλυση, ενώ στην πραγματικότητα περιορίζονται σε μια τυπική ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ βουλευτών και υπουργών.





Αφήστε μια απάντηση